Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

religious programme


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο religious παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: programme
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
religious adj(pious)θρήσκος επίθ
  θρησκευόμενος επίθ
 He was devoutly religious, insisting that his wife also convert.
 Ήταν πολύ θρήσκος κι επιμένει να μεταστραφεί και η σύζυγός του.
 Ήταν βαθιά θρησκευόμενος κι επιμένει να μεταστραφεί και η σύζυγός του.
religious adj(relating to religion)θρησκευτικός επίθ
 Many of the world's religious leaders met at the last conference.
 Πολλοί από τους θρησκευτικούς ηγέτες του κόσμου συναντήθηκαν στην πρόσφατη διάσκεψη.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
religious adjfigurative (conscientious, diligent)σχολαστικός επίθ
 (καθομ: αρνητική έννοια)κολλημένος μτχ πρκ
 She is religious about dusting every day.
the religious npl(devout persons)οι θρησκευόμενοι φρ ως ουσ αρσ πλ
  οι θρήσκοι φρ ως ουσ αρσ πλ
 As an atheist, she had trouble understanding the religious.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
conversion,
religious conversion
n
(adoption of religion)μεταστροφή ουσ θηλ
 Lila's conversion to Buddhism was surprising to her family.
nonreligious,
non-religious
adj
(not associated with religion)μη θρησκευτικός περίφρ
  κοσμικός, πολιτικός επίθ
nonreligious,
non-religious
adj
(having no religious faith)μη θρησκευόμενος περίφρ
  άθρησκος επίθ
religious background n(upbringing in a particular faith)θρησκευτικό υπόβαθρο επίθ + ουσ ουδ
religious belief n(faith)θρησκευτική πίστη ουσ θηλ
 My religious beliefs prohibit me from eating pork.
religious believer n([sb] who believes in god)θρησκευόμενος ουσ αρσ
religious ceremony n(special church service)θρησκευτική τελετή ουσ θηλ
 After their civil wedding there was a short religious ceremony.
religious divide n(division caused by differences in faith)θρησκευτικές διαφορές επίθ + ουσ θηλ
  θρησκευτικός διχασμός επίθ + ουσ αρσ
  θρησκευτική διαίρεση επίθ + ουσ θηλ
religious education n(religion as school subject) (σχολείο)μάθημα θρησκευτικών ουσ ουδ
Σχόλιο: πολλές φορές αναφέρεται απλά ως "θρησκευτικά"
 All pupils have lessons in religious education during their first year in secondary school.
religious holiday n(feast day, holy day)θρησκευτική γιορτή, θρησκευτική αργία επίθ + ουσ θηλ
 Christmas is a religious holiday that has become secularized.
religious leader n(head of a church or order)θρησκευτικός ηγέτης επίθ + ουσ αρσ
 The religious leaders of the community gathered for an interfaith conference.
 The Pope is the religious leader of the Roman Catholic church.
 Οι θρησκευτικοί ηγέτες τις κοινότητας συγκεντρώθηκαν για μια διαθρησκευτική συνάντηση. // Ο Πάπας είναι ο θρησκευτικός ηγέτης της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
religious order n(monks: monastery)θρησκευτικό τάγμα ουσ ουδ
 (για άντρες)μοναστήρι ουσ ουδ
 The Benedictines are a very old religious order.
religious order n(nuns: convent)θρησκευτικό τάγμα ουσ ουδ
 (γυναικείο)μοναστήρι ουσ ουδ
Religious Studies npl(academic subject: religion)Θεολογικές σπουδές επίθ + ουσ θηλ πλ
  σπουδές Θεολογίας φρ ως ουσ θηλ
religious war n(conflict between religions)πόλεμος θρησκευτικού χαρακτήρα, θρησκευτικός πόλεμος ουσ αρσ
 The Crusades were part of a religious war between Christians and Muslims.
zealously religious adj(fanatically devout, pious)ζηλωτής, θρησκόληπτος ουσ αρσ
 I'm tired of these zealously religious people mixing their beliefs with politics.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση religious programme στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «religious programme».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!